Εισαγωγή
Η εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβόνας, που θεσπίζει σημαντικές καινοτομίες στον τομέα ασφάλειας και άμυνας, αναμένεται να επιφέρει θεμελιώδεις αλλαγές στον τρόπο διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Είναι γεγονός ότι μια αποτελεσματικότερη αναδιοργάνωση της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ) κρίνεται απαραίτητη, όχι μόνο επειδή το διεθνές περιβάλλον αντιμετωπίζει διάσπαρτους κινδύνους και πολύπλευρες απειλές, αλλά και γιατί η ΕΠΑΑ μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη των εξελίξεων στην πορεία προς την πολιτική ολοκλήρωση της ΕΕ.
Όπως είναι φυσικό, η υλοποίηση της ΕΠΑΑ προϋποθέτει την άμεση κινητοποίηση μηχανισμών, μέσων, πόρων και πολιτικών, που θα συμβάλλουν: στη δημιουργία επιχειρησιακών υποδομών, στην εντατικοποίηση της ευρωπαϊκής συνεργασίας, στο συντονισμό της έρευνας – ανάπτυξης και καινοτομίας της στρατιωτικής τεχνολογίας, στην ανάπτυξη μιας αυτοδύναμης στρατιωτικής βιομηχανίας, στην προώθηση μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής στο διάστημα, κ. λ. π. .
Μια νέα, ενισχυμένη ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και άμυνας, θα επαναπροσδιορίσει παράλληλα και τις σχέσεις της ΕΕ με το ΝΑΤΟ.
Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στο βαθμό που τα τελευταία χρόνια (και για να είμαστε ακριβέστεροι, τις τελευταίες δεκαετίες) έχει αναπτυχθεί ένας έντονος προβληματισμός σχετικός με το θέμα αυτό, με απόψεις που εκτείνονται από το πεδίο των εποικοδομητικών προτάσεων μέχρι αυτό απλουστευτικών αφορισμών.
Η βασική θέση που θα αναπτύξω στη συνέχεια, είναι ότι η επιτυχής εφαρμογή της ΕΠΑΑ, που θα συντελούσε στην ανάπτυξη «της στρατηγικής αυτονομίας»[1] της Ένωσης, σε καμιά περίπτωση δε θα είναι ανταγωνιστική προς το ΝΑΤΟ. Αντίθετα, η ΕΠΑΑ μπορεί να αποτελέσει ένα πυλώνα ενίσχυσης της Βόρειο – Ατλαντικής Συμμαχίας, ανατρέποντας τις αδυναμίες, τις δυσλειτουργίες και τις δυσαρμονίες που υφίστανται σήμερα, και, ταυτόχρονα, διασφαλίζοντας την αυτοδυναμία, τη συνεργασία και την ισοτιμία μεταξύ των εκατέρωθεν εταίρων.
Συνθήκη της Λισαβόνας και ΕΠΑΑ
Ο Τίτλος V της Συνθήκης της Λισαβόνας αναφέρεται στις γενικές διατάξεις που σκιαγραφούν το πλαίσιο για την εξωτερική δράση της Ένωσης, ενώ στον ίδιο Τίτλο καταγράφονται και οι ειδικές διατάξεις σχετικά με την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), καθώς και την ΕΠΑΑ.
Στο ΚΕΦ. 1 προσδιορίζεται η εξωτερική δράση της ΕΕ στο πνεύμα ανάδειξης μιας πολιτικής που θα προωθεί ένα σύνολο μηχανισμών και προοπτικών «ήπιας ισχύος»[2]. Αυτό σημαίνει ότι η εξωτερική δράση της Ένωσης «…έχει ως γνώμονα και σχεδιάζεται με στόχο να προωθεί στο ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο τις αρχές που έχουν εμπνεύσει τη δημιουργία, την ανάπτυξη και τη διεύρυνσή της: τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, την οικουμενικότητα και το αδιαίρετο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης και το σεβασμό των αρχών του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και του διεθνούς δικαίου…».
Στο ΚΕΦ. 2 καταγράφονται οι ειδικές διατάξεις για την ΚΕΠΠΑ, ενώ στο Τμήμα 2, εξειδικεύονται οι διατάξεις σχετικά με την Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας[3]. Η ΕΠΑΑ αποτελεί, φυσικά, αναπόσπαστο τμήμα της ΚΕΠΠΑ και προσδιορίζει την επιχειρησιακή ικανότητα της Ένωσης που βασίζεται σε:
- στρατιωτικά και
- μη στρατιωτικά μέσα.
Τα συγκεκριμένα μέσα χρησιμοποιούνται σε αποστολές (για τη διατήρηση της ειρήνης, την πρόληψη των συγκρούσεων και την ενίσχυση της διεθνούς ασφάλειας) εκτός του πεδίου της ΕΕ[4].
Στη Συνθήκη της Λισαβόνας, προβλέπονται συγκεκριμένες κατηγορίες ενισχυμένης συνεργασίας, όπως είναι:
(α) Η ανάληψη αποστολών[5] της Ένωσης.
(β) Η λειτουργία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας[6].
(γ) Η μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία, που προσδιορίζεται τόσο από την εφαρμογή των δύο προαναφερόμενων δραστηριοτήτων, όσο και από τη διαδικασία και τη μέθοδο που θα πρέπει να ακολουθήσουν τα κράτη μέλη της Ένωσης, προκειμένου να υλοποιηθούν οι στόχοι του σχετικού Πρωτοκόλλου[7].
Το καινούργιο και εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο στην υπό εξέταση Συνθήκη, είναι η πρόβλεψη παροχής βοήθειας και συνδρομής των κρατών μελών της ΕΕ, με όλα τα μέσα που διαθέτουν, προς το κράτος μέλος που μπορεί να δεχθεί επίθεση στο έδαφός του[8], γεγονός που προϋποθέτει την ύπαρξη κατάλληλων μέσων και μηχανισμών, καθώς και τη χρήση των αντίστοιχων υποδομών.
Η Συνθήκη όμως επισημαίνει, ότι η ΕΠΑΑ «δεν επηρεάζει τον ειδικό χαρακτήρα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας ορισμένων κρατών μελών» και ταυτόχρονα ότι «σέβεται τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη του Βόρειου Ατλαντικού για τα κράτη μέλη, τα οποία θεωρούν ότι η κοινή άμυνα τους υλοποιείται στο πλαίσιο του Βόρειο – Ατλαντικού Συμφώνου που παραμένει το θεμέλιο της συλλογικής άμυνας των μελών της και συνάδει με την κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας που θεσπίζεται στο πλαίσιο αυτό».
Η μεγάλη πρόκληση
Είναι προφανές ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας θέτει τις θεσμικές, απαραίτητες προϋποθέσεις για τη συνοχή, την αξιοπιστία, την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα μιας πολιτικής ασφάλειας και άμυνας.
Η πορεία προς την υλοποίησή της όμως δεν είναι δεδομένη αφού εξαρτάται και από πρόσθετους παράγοντες όπως είναι, μεταξύ των άλλων, η πολιτική αποφασιστικότητα, η ανατροπή κατεστημένων πρακτικών, καθώς και η αναζήτηση της νομιμοποίησής από τους δυτικούς συμμάχους της ΕΕ.
Είναι γνωστό ότι, η προοπτική ανάπτυξης μιας αυτοδύναμης ευρωπαϊκής πολιτικής, εμφανιζόταν πάντα ως σημείο τριβής, αν όχι καχυποψίας, μεταξύ των εταίρων στις δύο πλευρές του Ατλαντικού[9].
Οι «ανησυχίες» του ΝΑΤΟ απέναντι στην ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και άμυνας, μετριάσθηκαν από τη στιγμή που η συγκεκριμένη πολιτική ουσιαστικά «εντάχθηκε» στις δομές της Βόρειο – Ατλαντικής Συμμαχίας, ως ένας ευρωπαϊκός αμυντικός άξονας, από την αρχή της υιοθέτησής της (όταν δηλαδή ξεκίνησε ως «πολιτική άμυνας» στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ στη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992).
Έτσι, για να αναφέρουμε ορισμένους «σταθμούς» στην πορεία της συνεργασίας μεταξύ ΝΑΤΟ και ΕΕ, στην αρχή, το 1992, η ΔΕΕ (ο ευρωπαϊκός αμυντικός βραχίονας την περίοδο εκείνη), χαρακτηρίστηκε ως ο ευρωπαϊκός πυλώνας εντός της Βορειοατλαντικής συμμαχίας[10]. Στη συνέχεια, το 1996, στο Βερολίνο οι ΥΠΕΞ των χωρών του ΝΑΤΟ αποφάσισαν να αναγνωρίσουν μια «ευρωπαϊκή ταυτότητα άμυνας και ασφάλειας» εντός του ΝΑΤΟ. Το 2001 άρχισε η θεσμική κατοχύρωση των σχέσεων ΝΑΤΟ και ΕΕ, όπως αυτές είχαν καταγραφεί στην προηγούμενη δεκαετία, «…με σκοπό την ανάληψη μεγαλύτερης υπευθυνότητας, στο θέμα της άμυνας, από την ευρωπαϊκή πλευρά.». Η διαδικασία αυτή κατέληξε στη «Διακήρυξη ΝΑΤΟ – ΕΕ για την ΕΠΑΑ», που υιοθετήθηκε το Δεκέμβριο του 2002 ενώ, ένα χρόνο αργότερα, ολοκληρώθηκε η διαδικασία της συνεργασίας ΝΑΤΟ και ΕΕ στο πλαίσιο του «Βερολίνο +».
Η σταδιακή μετεξέλιξη της ΕΠΑΑ και η προοδευτική ενσωμάτωσή της στις Βόρειο – Ατλαντικές δομές, άσκησαν ασφαλώς πολλές και πολύ θετικές επιρροές στο μετασχηματισμό της πρώτης.
Παρόλα αυτά όμως, ακόμα και σήμερα, αρκετά είναι τα προβλήματα που αναδύονται στις σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών, προκαλώντας μια σχέση δυσπιστίας μεταξύ των υπερατλαντικών εταίρων στους κόλπους του ΝΑΤΟ, αλλά και δημιουργώντας σημαντικά προσκόμματα στην πορεία ουσιαστικής εφαρμογής της ΕΠΑΑ.
Ενδεικτικά και μόνο, θα μπορούσαν να αναφερθούν τα ακόλουθα τρία:
(α) Τα τελευταία χρόνια όλο και πιο συχνά η Ουάσιγκτον «προτρέπει» τους ευρωπαίους εταίρους της να αναλάβουν εντονότερη δράση στο τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, αυξάνοντας τους σχετικούς προϋπολογισμούς τους, εναρμονίζοντας το στρατιωτικό τους οπλοστάσιο, σε σχέση με το αντίστοιχο αμερικανικό, ή συντονίζοντας περισσότερο την κοινή τους δράση[11]. Από την άλλη πλευρά, πολλοί είναι και οι Αμερικανοί αναλυτές που θεωρούν ότι οι ευρωπαίοι εξακολουθούν να καταφεύγουν στη στρατιωτική ασπίδα των ΗΠΑ για την άμυνα και την ασφάλειά τους, αποφεύγοντας να αναλάβουν τις ευθύνες που τους αντιστοιχούν[12]. Σε ότι τους αφορά, οι ευρωπαίοι, εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στις ΗΠΑ, θεωρώντας ότι «η βούληση των ΗΠΑ να διατηρήσουν και να διαιωνίσουν την παγκόσμια ηγεμονική τους θέση, τις ωθεί ώστε να αποτρέψουν ακόμα και τους φυσικούς τους συμμάχους να εμπλακούν σε μια διαδικασία προωθημένης στρατιωτικής έρευνας και ανάπτυξης της τεχνολογίας»[13].
(β) Η αδυναμία της ΕΕ να διαθέτει τους μηχανισμούς και τις υποδομές που απαιτούνται για τις αποστολές της και η ανάγκη προσφυγής στα αντίστοιχα νατοϊκά μέσα, έχουν δημιουργήσει σοβαρές εμπλοκές στην ίδια την πολιτική της ΕΠΑΑ. Επειδή ακριβώς το ΝΑΤΟ παραχωρεί τις υποδομές του, η ΕΕ εμπλέκει στην πολιτική της άμυνας και ασφάλειας και τις χώρες του ΝΑΤΟ που όμως δεν ανήκουν στην ΕΕ (π. χ. Τουρκία). Το θέμα αυτό είναι εξόχως σοβαρό, όχι γιατί μπορεί να «προβληματίζει» την Ελλάδα η συμμετοχή της Τουρκίας, αλλά γιατί καθιστά την ΕΠΑΑ «όμηρο» της πολιτικής βούλησης κρατών (του ΝΑΤΟ) που δεν είναι μέλη της ΕΕ.
Επί του συγκεκριμένου θέματος, ιδιαίτερα διαφωτιστικό είναι το στοιχείο που αναδεικνύει ψήφισμα του Ε. Κ.:
«…εκφράζει ειδικότερα βαθιά λύπη για το γεγονός ότι το τουρκοκυπριακό πρόβλημα εξακολουθεί να παρακωλύει σοβαρά την ανάπτυξη της συνεργασίας ΕΕ – ΝΑΤΟ, αφού, από τη μια πλευρά η Τουρκία αρνείται να επιτρέψει στην Κύπρο να συμμετάσχει σε αποστολές της ΕΠΑΑ στις οποίες εμπλέκονται πληροφορίες και πόροι του ΝΑΤΟ και, από την άλλη πλευρά, η Κύπρος αρνείται να επιτρέψει στην Τουρκία να συμμετάσχει στη συνολική ανάπτυξη της ΕΠΑΑ, σε βαθμό ανάλογο με το στρατιωτικό βάρος και τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας για την Ευρώπη και την υπερατλαντική συμμαχία…»[14].
Καθίσταται συνεπώς σαφές, ότι όσο η ΕΠΑΑ θα εξαρτάται από τις υποδομές του ΝΑΤΟ, θα είναι τα μέλη της συγκεκριμένης Συμμαχίας που θα έχουν βαρύνοντα λόγο στις αποφάσεις της ΕΕ για την ασφάλεια και την άμυνά της, και μάλιστα θα μπορούν ακόμα και να αντιτίθενται στα συμφέροντα των κρατών μελών της ΕΕ.
(γ) Ενώ η ΕΕ διαθέτει κράτη μέλη που θεωρούνται από τους σημαντικότερους παραγωγούς οπλικών συστημάτων και σχετικής τεχνολογίας, εντούτοις η σχετική δραστηριότητα διακρίνεται από μια έντονη εσωτερική ανταγωνιστικότητα. Η αποκλίνουσα αυτή τάση δείχνει ότι σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, η Ευρώπη χάνει, αλόγιστα πολύτιμους πόρους, τη στιγμή κατά την οποία μια διαφορετική, ορθολογική πολιτική θα πετύχαινε μια πολλαπλασιαστική αξιοποίηση των συγκεκριμένων πόρων. Παράλληλα, τα σοβαρά προβλήματα γραφειοκρατίας που εμφανίζονται και στο επίπεδο συνεργασίας και συμπαραγωγών[15], αποτελούν τροχοπέδη στην εξαγωγική δραστηριότητα της Ένωσης.
Σύνοψη
Η επιτυχής υλοποίηση της ΕΠΑΑ μπορεί να συνεισφέρει πολλαπλά αποτελέσματα τόσο στο επίπεδο της ασφάλειας και της άμυνας της Ευρώπης, όσο και σε αυτό της ενίσχυσης του ΝΑΤΟ.
Το σημαντικότερο είναι ίσως ότι θα απαντήσει στο αίτημα των υπερατλαντικών συμμάχων της Ευρώπης, να αναλάβει η ίδια την ευθύνη που της αναλογεί για την άμυνα και την ασφάλειά της, και μάλιστα σε μια περίοδο που το ΝΑΤΟ αναλαμβάνει παγκόσμια δράση.
Ο στρατηγικός αυτός στόχος για να καταστεί εφικτός, απαιτούνται συγκεκριμένες πολιτικές που, μεταξύ των άλλων, θα αποβλέπουν:
(α) στη δημιουργία ευρωπαϊκών επιχειρησιακών δομών (διοίκησης και ελέγχου),
(β) στην ανάπτυξη στρατηγικών μέσων μεταφοράς, αέρος και θαλάσσης,
(γ) στην προώθηση διεπιχειρησιακών συστημάτων άμυνας, έτσι ώστε να μπορεί να έρθει σε πέρας μια στρατιωτική σύγκρουση μεγάλης έντασης και διάρκειας,
(δ) στον έλεγχο του διαστήματος[16] με τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίζονται από δορυφορικά συστήματα[17]: η παρατήρηση, η επικοινωνία, ο εντοπισμός[18],
(ε) στην ανάπτυξη ευρωπαϊκής στρατιωτικής βιομηχανίας, με προτεραιότητα στο τεχνικό και στο οικονομικό πεδίο.
Σε ότι αφορά την τελευταία δραστηριότητα, θα πρέπει να δοθεί έμφαση, σε τρεις τουλάχιστον τομείς:
- στον εξορθολογισμό των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών με έμφαση την περαιτέρω προώθηση της έρευνας- ανάπτυξης και καινοτομίας της σχετικής τεχνολογίας (και μάλιστα στο πλαίσιο της πράσινης ανάπτυξης),
- στο συντονισμό των δραστηριοτήτων: έρευνας, παραγωγής, προμήθειας και εξαγωγών των εξοπλιστικών προγραμμάτων,
- στο σχεδιασμό της ευρωπαϊκής στρατηγικής με βάση τις ανάγκες και τις υποχρεώσεις της ΕΕ.
Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια, οι σχετικές δράσεις έχουν ενταθεί και επεκταθεί, χάρη στην προώθηση πολιτικών πρωτοβουλιών[19], στην άμεση κινητοποίηση των ευρωπαϊκών οργάνων (όπως του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας)[20], καθώς και στην επικράτηση της ρήσης «η (ευρωπαϊκή) ισχύς εν τη ενώσει».
Χρειάζεται να γίνουν περισσότερα.
Σε καμιά περίπτωση, οι ευρωπαίοι δεν απεμπολούμε ότι η προσφυγή στους αμυντικούς μηχανισμούς είναι η τελευταία λύση. Για αυτό και η ΕΕ προτάσσει ως κυρίαρχα «όπλα» της, τη διπλωματία (ΚΕΠΠΑ) αλλά και την πολιτική της «ήπιας ισχύος».
Η ΕΠΑΑ δεν φιλοδοξεί να δημιουργήσει μια «συμμαχία προθύμων», με την (υποτιμητική) έννοια που έδωσε στον όρο ο D. Rumsfeld. Είναι ωστόσο σίγουρο ότι η ΕΕ είναι «πρόθυμη» να συμβάλλει με όλες της τις δυνάμεις για την επικράτηση της ειρήνης, της συνεργασίας και της ανάπτυξης σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο στρατηγικός αυτός στόχος μπορεί να πραγματοποιηθεί αποτελεσματικότερα και μέσα από τη στενή, αγαστή και ισότιμη συνεργασία ΕΕ – ΝΑΤΟ.
[1] «…Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται να αναπτύξει τη στρατηγική της αυτονομία μέσω μιας ισχυρής και αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, έτσι ώστε να προωθεί την ειρήνη και τη διεθνή ασφάλεια, να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της στον κόσμο, να προστατεύει την ασφάλεια των ιδίων των πολιτών της, να συμβάλλει στην αποτελεσματική πολυμερή προσέγγιση, να προωθεί το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αξιών σε ολόκληρο τον πλανήτη και να διασφαλίζει την παγκόσμια ειρήνη…». Ψήφισμα του εκ της 19ης Φεβρουαρίου 2009 σχετικά με την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας και ΕΠΑΑ (2008/2202 (ΙΝΙ)).
[2] «…Τι είναι η ήπια ισχύς; Είναι η ικανότητα να πάρεις αυτό που θέλεις μέσω της έλξης και όχι μέσω του εξαναγκασμού ή της εξαγοράς. Δημιουργείται από τη θελκτικότητα της κουλτούρας, των πολιτικών ιδανικών και της πολιτικής μιας χώρας. Όταν η πολιτική μας νομιμοποιείται στα μάτια των άλλων, τότε η ήπια ισχύς μας ενισχύεται…». Joseph S. NYE, Jr.: «Ήπια Ισχύς – Το Μέσο Επιτυχίας στην Παγκόσμια Πολιτική». Εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ 2005, σελ. 18, 19.
[3] «…Η κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας περιλαμβάνει τον προοδευτικό προσδιορισμό κοινής αμυντικής πολιτικής της Ένωσης. Η κοινή αμυντική πολιτική θα οδηγήσει στην κοινή άμυνα όταν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο λάβει σχετική απόφαση με ομοφωνία…».
[4] Όπως σημειώνει ο Π. Ιωακειμίδης «…τα κράτη μέλη… θέτουν στη διάθεση της Ένωσης στρατιωτικές και μη στρατιωτικές δυνάμεις για την εφαρμογή της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας. Η Ένωση, ως θεσμός, δε διαθέτει, με άλλα λόγια, μόνιμη, σταθερή στρατιωτική δύναμη…». Π. Ιωακειμίδη: «Η συνθήκη της Λισαβόνας» ΘΕΜΕΛΙΟ 2008, σελ. 111, 112.
[5] «…Στο πλαίσιο των αποφάσεων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 43, το Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει την εκτέλεση αποστολής σε ομάδα κρατών μελών που το επιθυμούν και διαθέτουν τις αναγκαίες ικανότητες για την εν λόγω αποστολή. Τα εν λόγω κράτη μέλη, σε συνεργασία με τον ύπατο εκπρόσωπο της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, συμφωνούν μεταξύ τους ως προς τη διαχείριση της αποστολής…».
[6] «…Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας είναι ανοικτός σε κάθε κράτος μέλος που επιθυμεί να συμμετάσχει σε αυτόν.…».
[7] Ειδικότερα, στο πλαίσιο του σχετικού Πρωτοκόλλου, αναφέρεται ότι η μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία είναι ανοικτή για κάθε κράτος μέλος το οποίο αναλαμβάνει τις δεσμεύσεις (α) για εντατικότερη ανάπτυξη των αμυντικών του δυνατοτήτων και (β) για την παροχή είτε σε εθνικό επίπεδο, είτε ως συνιστώσα πολυεθνικών σωμάτων, μάχιμων δυνάμεων για την υλοποίηση των προβλεπόμενων αποστολών. Παράλληλα, εξειδικεύονται και οι τρόποι υλοποίησης των στόχων που θα πρέπει να επιτευχθούν από την εφαρμογή της μόνιμης διαρθρωμένης συνεργασίας.
[8] «…Σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, σύμφωνα με το Άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Αυτό δεν επηρεάζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας ορισμένων κρατών μελών…». Παράλληλα, στη Συνθήκη της Λισαβόνας, προβλέπεται και η «Ρήτρα Αλληλεγγύης» που αναφέρεται στις περιπτώσεις εκείνες που «…ένα κράτος μέλος δεχθεί τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή…».
[9] H. Vincze: «Autonomie ou assujettissement? La dimension militaire de l’impératif de souveraineté européenne», στη γαλλική επιθεώρηση EUROPA – Revue de Géopolitique Européenne: «Quelle souverainetéé pour l’Europe?», No 1, Nov 2009 – Jan 2010.
[10] ΝΑΤΟ: «OTAN – UE: Un partenariat stratégique».
[11] Επισημαίνεται ότι σε κάποιες περιπτώσεις, στέλνονται μηνύματα σχετικής «υποτίμησης» της ΕΠΑΑ, από την πλευρά των Αμερικανών αξιωματούχων. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η έκφραση του Αμερικανού Υπουργού Άμυνας D. Rumsfeld, το 2005, όπου σε σχετική ομιλία του, αγνοώντας ουσιαστικά την ύπαρξη της ΕΠΑΑ, ανέφερε ότι («με» ή «χωρίς») το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν «συμμαχίες προθύμων», για τις στρατιωτικές τους αποστολές.
[12] Μια «ήπια» εκδοχή αυτής της άποψης εκφράζεται από τον Zbigniew Brzezinski: «Η Επιλογή – Παγκόσμια κυριαρχία ή παγκόσμια ηγεμονία;». Εκδόσεις Λιβάνης 2005, ενώ περισσότερο «επιθετική», κατά των ευρωπαίων, είναι η άποψη του Robert Kagan: «Παράδεισος και εξουσία – Η Αμερική και η Ευρώπη στη νέα τάξη πραγμάτων». Εκδόσεις Καστανιώτης 2003.
[13] J. – C. Emprereur: «La politique spatiale – un impératif pour l’Europe», στο EUROPA … όπως πριν.
[14] Στο ίδιο.
[15] J. Rannou: «A propos de l’industrie de défense européenne», στο EUROPA… όπως πριν.
[16] J. Favien – Léveque: «Europe de la défense et OTAN», στο EUROPA … όπως πριν.
[17] Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται, τα συστήματα του διαστήματος έχουν το πλεονέκτημα να εμφανίζονται ως αποτέλεσμα εκμετάλλευσης των νέων καινοτόμων τεχνολογιών όπως είναι: η νανοτεχνολογία, η βιοτεχνολογία, οι τεχνολογίες πληροφορικής, η επιστημονική γνώση.
[18] Η στρατηγική του διαστήματος προάγει παράλληλα και καινοτομίες με κοινωνικές επιπτώσεις όπως είναι ο έλεγχος της πληροφορίας και η κινητοποίηση των νεότερων γενεών.
[19] Βλέπε σχετικά την Έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφάλειας – Ασφάλεια σε ένα μεταβαλλόμενο κόσμο. Βρυξέλλες 11/12/2008 S407/08
[20] Σχετικά βλέπε: EDA: «Report by the Head of the European Defence Agency to the Council», 17/11/2009.
Σχετικά άρθρα:
- Ενημέρωση της Διαρκούς Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής (25.08.11), σχετικά με τις Διμερείς σχέσεις Ελλάδας – Ισραήλ (Κύριο Μνημόνιο Συνεννόησης) και τη Δύναμη Ταχείας Αντίδρασης του ΝΑΤΟ 2012, ΝΑΤΟ Response Force (NRF) 2012
- Απάντηση σε ερώτηση κ.κ Γ.Δημαρά & Β.Οικονόμου με θέμα: “Οικονομική διαχείριση ΕΑΒ”
- Απάντηση σε ερώτηση των κ.κ. Γ. Δημαρά και Β. Οικονόμου με θέμα “Οικονομική Διαχείριση ΕΑΒ”
- Απάντηση σε ερώτηση κ. Θ. Καράογλου με θέμα: “Σε οικονομική εξαθλίωση οι απόστρατοι αστυνομικοί”
- Απάντηση σε ερώτηση κ.κ. Μ. Βορίδη & Ι. Κοραντή με θέμα: “Σε οικονομική δυσχέρεια ο Αυτόνομος Οικοδομικός Οργανισμός Αξιωματικών”
Loading...